Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Επείγον

Κράτησα, σχεδόν, όλη τη σημερινή μου μέρα. Είχε πολλή ζωή μέσα και θάνατο συνάμα. Έτσι πάνε αυτά τα δυο. Αντάμα.
Είδα πουλιά. Χιλιάδες πουλιά. Χόρευαν... Δεν ξέρω για ποιον.
Είδα και καρακάξες και κοράκια, κι άλλα που δεν ξέρω τα ονόματά τους.
Κράτησε η μηχανή μου, σχεδόν, όλο το βραδυνό τους κούρνιασμα.
"Να 'ρθεις, πρωί" μου φωνάζανε.
"Όχι. Προτιμώ το βράδυ..." έλεγα μέσα μου. "Ξέρω πως πετάνε... Πώς κουρνιάζουν δεν ξέρω..."

Μετά πήγα στο μνημόσυνο του Πατρίκου. Ναι, μνημόσυνο το ένιωσα και ήταν. Όταν μίλησε η κόρη του κάθισα στην καρέκλα της. Προκειμένου να σωριαστώ, προτίμησα να φανώ γαιδούρα σε μια γκριζομάλλα κυρία. Το είχα ανάγκη. Πέρα απ' την συγκίνηση την γενική, απ' την ορθοστασία, απ' τις μπότες που με χτύπαγαν στο κότσι και πόναγα, πόναγα πολύ, πέρα απ' τα χέρια που ξεράθηκαν να είναι στημένα πιο ψηλά απ' τον ώμο μου, λόγω της μηχανής, κι αυτά πονούσανε, πονούσανε, είχα να κάνω και με τις ντροπές που ο κόσμος με έβλεπε, αφού προκαλούσα με την στημένη μηχανή (στην ακρίτσα βέβαια), πέρα απ' τα δάκρια που σφράγιζα να μη βγουν και γίνω ρεζίλι....
Μαρτυρική αυτή η βραδιά για μένα.  Με πόνεσε παντού. Σώμα και ψυχή. Πολλά σκέφτηκα, πολλά θυμήθηκα. ώρα 12: 04 ξημερώματα Πέμπτης. Ενώ ανεβαίνουν τα βιντεάκια, όσα προλάβουν, γιατί το πρωί θα κοπεί η σύνδεση της παλιάς εταιρείας.

Θέλει τετράδιο η σημερινή μέρα, έτσι κι αλλιώς. δεν ξέρω τι κράτησε η μηχανή μου σήμερα, πολύ την κούρασα, ξέρω όμως καλά, τι κράτησα εγώ. Το κυριότερο, τα δάκριά μου. Τόσες πέτρες μέσα μου, δεν ξέρω πως θα ξεσπάσουν. Σε καλό μου. Μια αφορμή να κλάψω, παρακαλώ! Εδώ θέλω θέατρο! Όχι αλήθεια! Ένα δράμα, ας είναι και Ξανθόπουλο ή Μάρθα Βούρτση! Επείγει!